Page Nav

HIDE

Breaking News:

FALSE
HIDE_BLOG
latest

Χανόμαστε ως Έθνος - Το 2100 θα κατοικούν στη χώρα 5 εκατομύρια Έλληνες (του Κώστα Κουτσουρέλη)

  Η γλώσσα των δημογράφων είναι απλή και ασυγκίνητη: Με τη μέση Ελληνίδα να γεννά 1,3 παιδιά στη ζωή της, ο ελληνικός πληθυσμός σε εβδομήντα...

 


Η γλώσσα των δημογράφων είναι απλή και ασυγκίνητη: Με τη μέση Ελληνίδα να γεννά 1,3 παιδιά στη ζωή της, ο ελληνικός πληθυσμός σε εβδομήντα χρόνια θα υποδιπλασιαστεί. Ακόμη και αν τα στατιστικά αυτά νούμερα πάρουν τα πάνω τους κατά κάποιον μαγικό και ακατανόητο τρόπο, θα χρειαστεί να παρέλθει μια ολόκληρη γενιά, είκοσι πέντε ώς τριάντα χρόνια δηλαδή, ωσότου η δημογραφική καθίζηση του έθνους διακοπεί. 

Ωστόσο, τέτοια θετική προοπτική ούτε αχνοφαίνεται καν στον ορίζοντα. Αντίθετα, όλα δείχνουν ότι η μαζική έξοδος εκατοντάδων χιλιάδων νέων Ελλήνων (αυτών δηλαδή που θέλουν και μπορούν να κάνουν παιδιά), νεοεξόριστων της κρίσης, θα επιτείνει την κατάσταση τα αμέσως επόμενα χρόνια δραματικά. Ότι γύρω στα 2100 τη χώρα θα κατοικούν περισσότεροι από πέντε εκατομμύρια Έλληνες είναι με τα σημερινά δεδομένα κάθε άλλο παρά βέβαιο. Και πάντως, αυτοί που θα 'χουν απομείνει θα είναι στη μεγάλη τους πλειονότητα άνω των 50 ετών. 

Τι σημαίνουν όλα αυτά; Δύο πράγματα κυρίως. Το πρώτο είναι ότι πλησιάζει ο καιρός να αποχαιρετήσουμε ως κοινωνία και ως κράτος την ιδέα της ανάπτυξης. Όσο ραγδαία και αν είναι η αύξηση της εγχώριας παραγωγικότητας μελλοντικά (και για μια τέτοια αύξηση δεν έχουμε το παραμικρό σημάδι), κάθε οικονομία κινείται πρωτίστως από τους ανθρώπους και τις ανάγκες τους. Και όταν αυτοί λείπουν ή βαίνουν μειούμενοι, εκείνη εκούσα άκουσα τους ακολουθεί. 

Το δεύτερο είναι ότι καμιά χώρα με αυτή την σχέση των ηλικιών δεν μπορεί ποτέ να ενσωματώσει, πολλώ δε μάλλον να αφομοιώσει, τον αριθμό των μεταναστών που θα της ήταν αναγκαίος για να αναπληρώσει τις φυσικές απώλειες. Η γερμανική επιλογή λ.χ. των "ανοιχτών" συνόρων (αν προς στιγμήν τη θεωρούσαμε εφαρμόσιμη και επιτυχημένη στη χώρα των εμπνευστών της – πράγμα που δεν είναι), εδώ σε μας είναι εντελώς αδύνατο να έχει αποτέλεσμα. Γιατί ο κανόνας είναι ότι οι δυναμικότεροι πληθυσμοί απορροφούν τους άλλους, κι όχι αντίστροφα. Μετανάστης είναι αυτός που προσαρμόζεται στις συνθήκες. Αυτός που τις επιβάλλει λέγεται αλλιώς, λέγεται άποικος. Κοινωνίες που γερνούν δεν έχουν ούτε τις ζωτικές ικμάδες ούτε την ακτινοβολία εκείνη που απαιτείται ώστε να θέλξουν τους επήλυδες να ενταχθούν. Μένουν λοιπόν με απροσάρμοστες εθνοτικές και θρησκευτικές μειονότητες στους κόλπους τους – που με τον καιρό φτάνουν κάποτε στο σημείο να διεκδικούν την πλειοψηφία.

Ακούγονται όλα αυτά αρκούντως ανησυχαστικά; Αν όχι, προσθέστε την κλιματική κρίση. Αν οι προβολές των ειδημόνων επιβεβαιωθούν έστω και εν μέρει, η Ελλάδα του 2100 θα είναι μια χώρα σχεδόν υποτροπική, αποδασωμένη και λείψυδρη, με τις περισσότερες από τις ακτές, τις παραλίες και τα λιμάνια της να απειλούνται να βρεθούν κάτω από το επίπεδο της θάλασσας. Και δύο μόνο βαθμοί ανόδου της θερμοκρασίας (το αισιόδοξο σενάριο, το απαισιόδοξο κάνει λόγο για τέσσερις...) αρκούν για να πλήξουν καίρια την ελληνική γεωργία, την ηλεκτροπαραγωγή, τις μεταφορές, την καθημερινή ζωή στα αστικά κέντρα. Για να μη μιλήσουμε καν για τον τουρισμό, στον οποίο πολλοί θέλουν να βλέπουν το μέλλον της οικονομίας του τόπου. Γιατί ποιος θα 'ρχεται πια για διακοπές σε μια χώρα που το καλοκαίρι της θα 'ναι ένας διαρκής ανελέητος καύσωνας; 

Ότι τα πράγματα έτσι έχουν κι όχι αλλιώς, δύσκολα αμφισβητείται. Αν και εδώ σε μας η μακαριότητα είναι τόση που ούτε γι' αυτό το τελευταίο δεν γίνεται καν μια απόπειρα. Για τον Συνέλληνα το πιο φρικτό που μπορεί να διανοηθεί είναι μην τυχόν του περικόψουν κι άλλο την σύνταξη. Και ποιος νοιάζεται τώρα για προβολές κι αριθμούς που ξεπερνούν τον ορίζοντα της θνητής μας παρουσίας... 

Κι όμως, πολύ προτού τα σημάδια της γίνουν απτά, για την ελληνική παρακμή όλα αυτά τα χρόνια έκαναν λόγο πολλοί. Ο Παναγιώτης Κονδύλης, ο Χρήστος Γιανναράς, ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο Νίκος Γκάτσος και άλλοι αρκετοί μάς την προδιέγραψαν με όλους τους τρόπους. Ο Δημήτρης Δημητριάδης μάς πρόσφερε ίσως την πιο προορατική της αφήγηση, κι αυτό σε μια στιγμή όλως διόλου ανύποπτη, όταν η χώρα ήταν παραδομένη στη μεταπολιτευτική ευωχία και μέθη. «Όλη η χώρα, αυτή τέλος πάντων που απέμεινε, θυμίζει την ύαινα που κυλιέται πάνω στον εμετό της», διαπίστωνε ο Κωστής Παπαγιώργης με τη σειρά του. «Οι κοινότητες απανταχού της Ελλάδος είχαν χαρακτήρα, εμπορικό πνεύμα, θετική αντίληψη για τη ζωή. Σήμερα αυτή η κοινωνία διαλύεται προκλητικά και το μόνο που τη συγκρατεί είναι η ελπίδα για πολιτικο-κομματική εκδίκηση.»

Μάταια ωστόσο. Καμιά ανάλυση, καμιά προειδοποίηση, καμιά αλληγορία δεν ωφέλησε. Εμπρός στην επώδυνη αλήθεια, οι εθνικοί μας ψυχικοί αυτοματισμοί αποδείχθηκαν ακατανίκητοι. Παρηγορητικοί μύθοι αναδύθηκαν, ιδεολογήματα ολόκληρα εφευρέθηκαν για να δικαιολογήσουν την απάθεια και να εξωραΐσουν τον φόβο, να τον αναβαπτίσουν μάλιστα σε θελκτική "ευκαιρία". Ψεύτικα σκιάχτρα υψώθηκαν για να προσφέρουν ανακούφιση στην αυθυπαίτια αγωνία. Όχι βέβαια ότι εδώ οι Έλληνες πρωτοτυπούμε: τέτοια επεισόδια η ιστορία των λαών ξέρει πολλά. Η παρατεταμένη παρακμή που κρύβεται πίσω από την επίπλαστη ευημερία είναι η πιο ύπουλη· δρα αποχαυνωτικά, παραλύει ανώδυνα κάθε άμυνα των νεύρων. Λες κι όλος ο οίστρος της ζωής συρρικνώνεται πια σ' έναν σκοπό – τη νάρκη που προσφέρει η αναισθησία.