Page Nav

HIDE

Breaking News:

FALSE
HIDE_BLOG
latest

Θαν. Παπακωνσταντίνου: "Να αντιστεκόμαστε σε κλίκες που μας κυβερνούν ανέμελα και ανελέητα"

 Kάποια χρόνια πριν, όταν ακούγαμε τον Θανάση Παπακωνσταντίνου, στο μυαλό μας φούσκωνε ο αφρός απ’ τη μπύρα στο Βράχων, έκαιγε το καπνογόνο ...

 Kάποια χρόνια πριν, όταν ακούγαμε τον Θανάση Παπακωνσταντίνου, στο μυαλό μας φούσκωνε ο αφρός απ’ τη μπύρα στο Βράχων, έκαιγε το καπνογόνο στην Τεχνόπολη, παθαίναμε ελαφρύ διάστρεμμά στην Πλατεία Νερού, απ’ την πρώτη νότα της Ανδρομέδας. Σήμερα, μέσα σ' ένα κόκκινο αμάξι με ανοιχτά παράθυρα και κατευθυνόμενοι προς το χωριό του, ο Θανάσης μοιάζει με τον κρότο που κάνει ο βράχος όταν ανοίγει απ’ το παγωμένο νερό των πηγών, το ελαφρύ θρόισμα των φύλλων που στριφογυρίζουν πριν αυτοκτονήσουν στην όχθη κάποιου ποταμού, μοιάζει με ένα σύμπαν που εμπερικλείει όσες και όσους δεν άντεξαν, όσες κι όσους παλεύουν, όλα εκείνα τα πλάσματα που διψάνε για δέντρα που φυτρώνουν στα τσιμέντα.

Φτάσαμε στη Λάρισα με τον Αλέξανδρο και τη Μαρία, χαθήκαμε στους χάρτες, βρήκαμε όμως χωριά γαλήνια με ανθρώπους που δεν νιώθουν πιο σημαντικοί απ’ τον νερό και τον αέρα, εναρμονισμένοι με τη φύση, αφήνοντας τη ζωή να κυλά. Ο Θανάσης ανοίγει την πόρτα και με θέα το Αιγαίο, περιτριγυρισμένοι από βουνά, και τον Πέπε να τρέχει εδώ κι εκεί, καταλαβαίνουμε γιατί έχει επιλέξει εδώ και χρόνια να ζει μακριά απ’ το χάος της όποια μικρής ή μεγάλης πόλης.

«Αυτό που μετράει περισσότερο στη δημιουργία, είναι τα εσωτερικά τοπία. Μπορεί να βρίσκεσαι σ’ ένα υπόγειο στα Εξάρχεια, και να αναβλύζει από μέσα σου όλη η έμπνευση του κόσμου, και μπορεί να είσαι σε ένα όμορφο μέρος και να μην κάνεις απολύτως τίποτα. Αυτό που ίσως προσφέρει με απλοχεριά η φύση, είναι ότι σου αφήνει περισσότερα περιθώρια να παρατηρείς. Θεμέλιος λίθος της στιχουργίας είναι η παρατήρηση. Όσο πιο ασήμαντο είναι αυτό που παρατηρείς, τόσο πιο κοντά στα όρια της ποίησης φτάνεις (από τις ελάχιστες δικές μου σκέψεις, γι’ αυτό και την κοτσάρω συνεχώς, σε κάθε συνέντευξη).

Οι άνθρωποι εδώ είναι πιο χαλαροί σε σχέση με τη μεγάλη πόλη. Στα μεγάλα οικιστικά κέντρα, ο συνάνθρωπος αποτελεί τις περισσότερες φορές εμπόδιο στην καθημερινότητα, οπότε είναι λίγο δύσκολο να συνδεθείς μαζί του, στις χαρές και στις λύπες. Απ’ την άλλη, θεωρούσα πάντα ότι η φύση σου δίνει το μέτρο της. Ζώντας έξω απ’ αυτήν γίνεσαι -αν δεν είσαι προσεκτικός- αμετροεπής. Εν μέρει, έχω αναθεωρήσει αυτή μου την άποψη, μια και βλέπω την καταστροφή που επιφέρουν-πολλές φορές χωρίς να το συνειδητοποιούν-  αρκετοί κάτοικοι στην ύπαιθρο χώρα. Βρίσκεις σκουπίδια ακόμη κι εκεί που δεν έχει πατήσει ούτε κι ο θεός. Μάλλον, τελικά, μαζί με τη φύση χρειάζεται και η προσωπική σφυρηλάτηση στο αμόνι της ευγένειας για να βρεις το μέτρο.

Είχα την ελπίδα ότι με την κρίση, ο κόσμος θα εγκατέλειπε την Αθήνα και θα ερχόταν στην ύπαιθρο. Οι κάτοικοι των μεγαλουπόλεων, έχουν μεγαλύτερες ευαισθησίες όσων αφορά τα οικολογικά ζητήματα, μάλλον επειδή τους λείπει η αχειραγώγητη φύση. Αυτήν τη στιγμή, δεν ξέρω πόσες χώρες είναι σαν την Ελλάδα, που το 50% του πληθυσμού είναι συγκεντρωμένο σε μια πόλη. Προσωπικά, έχω μεγάλη αγάπη για την Ιταλία και ένας απ’ τους λόγους είναι ότι πηγαίνοντας στα μικρά χωριά, βλέπεις ότι είναι γεμάτα ζωή, δεν είναι όπως εδώ. Γι’ αυτό φυσικά ευθύνεται η πολιτεία. Από τότε που με θυμάμαι να ζω εδώ στην επαρχία Αγιάς, τα πράγματα γίνονται όλο και χειρότερα, με τις υπηρεσίες να φεύγουν η μία μετά την άλλη, εγκαταλείποντας τους πολίτες. Ο συγκεντρωτισμός είναι ο πιο ασφαλής δρόμος για τη συντήρηση της εξουσίας, δοκιμασμένος δεξιά κι αριστερά. Αν υπήρχαν τοπικοί αιρετοί εκλεγμένοι αντιπρόσωποι που νοιαζόντουσαν πραγματικά, το πρώτο πράγμα που θα έπρεπε να κάνουν, είναι να απεξαρτηθούν -όσο γίνεται- οι τοπικές  κοινωνίες οικονομικά απ’ την κεντρική εξουσία, με πρώτο βήμα την ενεργειακή απεξάρτηση. Πάντα με τη σύμφωνη γνώμη τους βέβαια».


Το ταξίδι μας στο μέρη του Θανάση, έγινε μόλις λίγες ημέρες πριν η Ελλάδα καεί απ’ άκρη σ’ άκρη, βυθίζοντας στο πένθος τη φύση. «Η πορεία προς την εξαφάνιση είναι συνεχής. Η τύφλωση του ανθρώπινου είδους διαπιστωμένη.Ένας λόγος που -σχεδόν ασυνείδητα- περιγράφω εικόνες της φύσης μέσα στα τραγούδια μου, είναι γιατί σκέφτομαι ότι, κάποια στιγμή, πολλά απ’ αυτά τα πράγματα που σήμερα βλέπω, δεν θα υπάρχουν.

Μας δόθηκε η σφραγίδα της ζωής, δροσερή και πυρακτωμένη ταυτόχρονα, δεν πρέπει να τη χαλαλίσουμε σε σκοτεινά ένστικτα, οφείλουμε να ανεβάσουμε την πνευματικότητα μας σαν άνθρωποι. Κι φυσικά , να αντιστεκόμαστε σε κλίκες που μας κυβερνούν ανέμελα και ανελέητα. Ακούγοντας τους λόγους και τα διαγγέλματα τους, συμπεραίνω ότι οι άνθρωποι αυτοί πιστεύουν είτε ότι μιλάνε σε παιδιά είτε σε ηλίθιους. «Θα ανατείλει ο ήλιος» και «γαλανός ουρανός», μιλάνε σαν τις εκθέσεις που γράφαμε στις πρώτες τάξεις του δημοτικού. Έχουν μια τρομερή αλαζονεία ακριβώς επειδή ελέγχουν όλα τα μέσα, με τους δημοσιογράφους να έχουν γίνει γιουσουφάκια τους. Με την πανδημία, βρήκαν ευκαιρία να κάνουν μεταπτυχιακό στο αυταρχισμό. Θέλουν σκυμμένα κεφάλια. Είμαι δε, σχεδόν σίγουρος, ότι -όπως όλοι οι κουφιοκεφαλάκηδες υπερόπτες-έχουν την εντύπωση ότι δεν θα πεθάνουν ποτέ. Τα νέα είναι ότι κι αυτούς θα τους γλεντήσουν -αργά ή γρήγορα- τα σκουλήκια.

Κάθε φορά που συναντάω τον Θανάση, νιώθω πιο καθησυχασμένη με το αίσθημα της ματαιότητας που διατρέχει χρόνια την καθημερινότητα μου. «Τη σφραγίδα της ματαιότητας την κουβαλάω από μικρός, καθώς και τις ανησυχίες της ύπαρξης τις οποίες προσπαθώ να διαχειριστώ κατά βάση μέσα από τη μουσική. Απ’ την άποψη αυτή, δεν ένιωσα πολύ πιο επιβαρυμένος την περίοδο της πανδημίας που βιώνουμε. Όσα ζούμε σήμερα, γίνονταν και θα γίνονται για πάντα. Η παγκοσμιοποίηση, η πρόοδος της τεχνολογίας και οι εύκολες συγκοινωνίες κάνουν πολύ πιο εύκολες τις μεταδόσεις των ιών, με αποτέλεσμα να ενσκήπτει γρήγορα ό,τι καταστροφή είναι να γίνει. Οι πληγές που θα αφήσει αυτή η περίοδος, δεν ξέρω πώς θα λειτουργήσουν στους ανθρώπους».

Η κουβέντα μας φλερτάρει με τον θάνατο, σε μια εποχή που ψάχνει νέα ξόρκια, αναζητώντας απεγνωσμένα την ψευδαίσθηση ότι μπορούμε να τον κρατήσουμε μακριά, κάτι που δεν συνέβαινε στις προ νεωτερικές κοινωνίες, όπου ο θάνατος ήταν κομμάτι της ροής της ιστορίας των ανθρώπων κι η κοινότητα συμμετείχε πάντα στο πένθος και στον αποχαιρετισμό. Στη νεωτερικότητα με την ανάπτυξη των επιστημών και μαζί και του ανθρώπινου ναρκισσισμού, διαμορφώθηκε η ιδέα του ότι μπορούμε να ξορκίζουμε τον θάνατον, νικώντας την φθαρτότητα, με αποτέλεσμα να υποβληθούμε στο άγχος της αρρώστιας και του θανάτου. «Σήμερα, με την τηλεόραση μόνιμα αναμμένη, έχουμε γίνει πολύ πιο σκληροί απέναντι στον πόνο και τον  θάνατο των άλλων, μιας και νιώθουμε ότι είναι κάτι πολύ μακρινό, ένα θέαμα. Όταν όμως έρχεται κοντά μας, μουδιάζουμε ολόκληροι.

Η μία γιαγιά μου πέθανε 105 χρονών. Κάποια στιγμή, λίγο πριν φύγει, τη ρώτησα αν φοβάται τον θάνατο. Τότε, εκείνη μου απάντησε «πού  ‘ν’ τος;». Έχω ένα κομμάτι που μιλάει ακριβώς γι’ αυτό. Λέγεται «Οι γριές» και είναι στον «Βραχνό Προφήτη». Λέει λοιπόν, «Αλλιώς τα περιμέναμε κι αλλιώς μας ήρθαν, λένε αναστενάζοντας στον τόπο μου οι γριές. Σέρνουν βαρύ σταυρό κι όταν αποθάνουν τον κόβουν ξύλα οι γείτονες κι ανάβουνε φωτιές». Σαν να λέμε ότι δεν τρέχει κάτι το ιδιαίτερο, η ζωή πάει παρά κάτω.

Πηγή: m.popaganda.gr